Sappho
Μια από τις σημαντικότερες μορφές της Αρχαίας Λυρικής ποίησης, μαζί με τον Αλκαίο κι ίσως κι ένα - δύο άλλους, όπως τον Αρχίλοχο, τον Ανακρέοντα. Σίγουρα η διασημότερη ποιήτρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, ζησε από το 630 π.χ. μέχρι το 570 περίπου π.X. Κόρη αριστοκρατικής οικογένειας και συγκεκριμένα του Σκαμανδρώνυμου και της Κλείδας, είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο. Η Σαπφώ έζησε και άκμασε στην ερεσο της λεσβου
Πηγές μαρτυρούν πως είχε παντρευτεί κάποιον πλούσιο από την Άνδρο και είχε αποκτήσει μια κόρη την Κλείδα. Οι πολιτικές αναταράξεις στη Λέσβο την οδήγησαν εξόριστη στη Σικελία. Ξαναγύρισε πίσω στη Μυτιλήνη το 586, γύρω στα τριάντα της χρόνια και χήρα. Εκεί δημιούργησε έναν κύκλο από συντρόφισσες και μαθήτριες και ασχολήθηκε με την δημιουργία λυρικών ασμάτων. Γράφει στην αιολική διάλεκτο. Την ίδια εποχή στη Λέσβο ζούσαν ο ποιητής Αλκαίος και ο πολιτικός Πιττακός, ο οποίος συγκαταλέγεται στους επτά σοφούς. Είχε μυητικό χαρακτήρα, σκοπός του οποίου ήταν να προετοιμάσει με παιδαγωγικό τρόπο τα νέα κορίτσια για τον ρόλο της ενήλικης έγγαμης ζωής ως συζύγου, μητέρας και νοικοκυράς Σχετικά με την εμφάνισή της, αναφέρεται πως ήταν μικροκαμωμένη και μελαχρινή, χαρακτηριστικά που απείχαν κατά πολύ από το ιδεώδες ομορφιάς της εποχής. Έχει αναφερθεί ότι είχε ερωτευτεί γυναικεία πρόσωπα στο περιβάλλον της, και ιδιαίτερα με την Ατθίδα, την Τελέσιππα και την Μεγάρα
Έχουν αναφερθεί επίσης ως μαθήτριές της: η Αναγόρα η Μιλήσια, η Γογγύλα η Κολοφώνια και η Ευνείκια η Σαλαμίνια Η Σαπφώ πέθανε σε μεγάλη για την εποχή εκείνη ηλικία. Ήταν ήδη καταξιωμένη και είχε γίνει γνωστή σε όλη την Ελλάδα, προπάντων στην Αττική, όπου διοργάνωναν και γιορτές προς τιμήν της. Μετά το θάνατό της οι Μυτιληνιοί έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της
Ο Σόλων ευχήθηκε να είχε αποστηθίσει ακόμα ένα άσμα της πριν πεθάνει
Ο Σωκράτης δήλωσε πως εκείνη και ο Ανακρέων του έμαθαν τον Έρωτα. Οι αλεξανδρινοί λόγιοι την συμπεριέλαβαν στον Κανόνα των εννέα μεγάλων λυρικών ποιητών. Ακόμα και οι Ρωμαίοι υποκλίθηκαν στο ταλέντο της
Ο Οράτιος εξυμνεί τη Σαπφώ σαν μια αοιδό, που στο άκουσμα του τραγουδιού της πετρώνουν και βουβαίνονται οι σκιές του Άδη. «Παρόλο που δεν ήταν παρά μοναχά μια γυναίκα» - έτσι άρχισε ο Αριστοτέλης. κάνοντας αναφορά στην υστεροφημία της – «έγραφε με τόλμη και σωστή τεχνική σαν άντρας», ενώ ο Πλάτωνας την ύμνησε σε επίγραμμα ως τη δεκάτη Μούσα. το σημερινό υπάρχων άγαλμα της Σαπφούς στην ομώνυμη πλατειά στην Μυτιλήνη
Ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του 20 αι. μ.Χ. από το ίδιο της το νησί, αλλιώς ωραίος, κι ίσως ο πλέον αντικειμενικός απ' όλους, αναφέρει πως τη νοιώθει σα μια μακρινή του ξαδέρφη, Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη, ίσως λιγάκι μεγαλύτερη, αλλά που μεγαλώσανε παίζοντας στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες και της αφιερώνει ένα από τα μικρά του έψιλον, όπου συμπυκνώνει μέσα σε τρεις μικρές σελιδούλες το παγκόσμια αποδεκτό εγκώμιο της ποίησής της, μας μεταδίνει το ύφος και το χρώμα του σαλονιού της - κι ίσως και της ψυχής της
Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα μαυροτσούκαλο, όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει σ' αγαπώ, για να συγκινηθεί η υφήλιος
Εδώ ένα μικρό δείγμα λυρικής ποίησης της Σαπφούς
Ομορφόθρονη αθάνατη Αφροδίτη,
κόρη του Δία, σου δέομαι, δολοπλέχτρα,
με πίκρες και καημούς μη, Δέσποινα,
παιδεύεις την ψυχή μου
μα έλα μου, αν και κάποτε, από πέρα
μακριά, το κάλεσμά μου όμοια αγροικώντας,
ήρθες, το πατρικό παλάτι αφήνοντας
και το χρυσό σου αμάξι
ζεύοντας κι όμορφα στρουθιά πετώντας
γοργά στη γη σε φέρανε τη μαύρη
παν’ απ’ τον ουρανό με φτεροκόπημα
πυκνό μες στον αιθέρα
κι ως έφτασαν ταχιά, χαμογελώντας
με την αθάνατη όψη, ω μακαρία,
με ρώτησες σαν τι και πάλι να’ παθα,
τι σε καλώ κοντά μου,
τι λαχταρά η ψυχή μου η φρενιασμένη
τόσο πολύ να γίνει; - «Ποια και πάλι
θες η Πειθώ να φέρει στην αγάπη σου;
Σαπφώ, ποια σ’ αδικάει;
Γιατί αν φεύγει, γοργά ξοπίσω θα’ ρθει
κι αν δε παίρνει σου δώρα, θα σου φέρει,
τώρα αν δε σ’ αγαπάει, θα σ’ αγαπήσει
και δίχως να το θέλει»
έλα μου και τώρα, κι απ’ τις μαύρες
τις έγνοιες λύσε με, κι ό,τι ν’ αληθέψει
ποθεί η ψυχή μου τέλεσ’ το κι ατή σου
συ γίνε ο βοηθός μου
My Cart
Search
more
Customer Login
Products