Μοναστήρι Αγίου Ραφαήλ
Επάνω από την κωμόπολη της Θερμής στο ύψωμα Καρυές βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ με τη μοναδική σε ομορφιά στο νησί διώροφη πέτρινη εκκλησία. Τα εγκαίνια της Μονής έγιναν στις 30 Ιουνίου 1963. Εδώ φυλάσσονται τα λείψανα των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης που βρέθηκαν κατά θαυμαστό τρόπο, ύστερα από πάρα πολλά όνειρα πιστών, τα οποία επαληθεύτηκαν μετά από από κοπιώδες σκάψιμο ετών και η ιστορικής έρευνας
Οι Άγιοι μαρτύρησαν στις 9 Απριλίου 1453, ημέρα Τρίτη της Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη). Την ημέρα αυτή κάθε χρόνο η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους. Ύστερα απ' την λειτουργία γίνεται μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι. Πρόκειται για γυναικεία Μονή, η οποία ανεγέρθηκε και λειτουργεί προς τιμή του Αγίου Ραφαήλ - τα άγια λείψανα του οποίου βρέθηκαν στο χώρο, μαζί με των Αγίου Νικολάου και Αγίας Ειρήνης, οι οποίοι μαρτύρησαν το 1463 - βάσει Ν.Δ. του 1962. Οι Τούρκοι εξαπέλυσαν κι εδώ σφαγές κατά των χριστιανών και το 1463 έπιασαν τον ηγούμενο τότε Ραφαήλ, τον διάκονο Νικόλαο και αρκετούς χριστιανούς που είχαν ζητήσει καταφύγιο στο μοναστήρι. Όλοι τους πέθαναν μετά από τα φρικτά βασανιστήρια των Τούρκων, οι οποίοι έκαψαν και το μοναστήρι. Πολλά θαύματα αναφέρονται ότι έγιναν απ' τον Άγιο, όχι μονάχα στο νησί, αλλά και σε όλο τον Ελληνικό χώρο και ακόμη, έξω απ' τα Ελληνικά όρια
Το έτος 1964 με απόφασή του ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος καθιστά Ηγουμένη της Ιεράς Μονής του Αγίου Ραφαήλ τη Μοναχή Ευγενία Κλειδαρά. Η Ηγουμένη από τότε αφιέρωσε τη ζωή της στο ρόλο αυτό και με το συγγραφικό της έργο συνέβαλλε καθοριστικά στην προβολή του Μοναστηριού. Έτσι σήμερα το μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ και η επιβλητική εκκλησία του αποτελούν πια πόλο έλξης για χιλιάδες πιστούς απ' όλον τον κόσμο
Μονή ταξιαρχών Μανταμαδου
Γύρω στο 10ο με 11ο αιώνα, όταν το Βυζαντινό κράτος μεσουρανούσε, οι Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αυτοί στις δόξες τους. Λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν, έκαιγαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους, πού τους προόριζαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ή Λέσβος, πλούσια κι ελκυστική, είχε γίνει διαλεχτή λεία των κουρσάρων. Στο Μανταμάδο, κοντά υπήρχε μια αρχαία πολιτεία, και όχι πολύ μακριά της ένα μοναστήρι των Ταξιαρχών, πού ή ίδρυση του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, πού το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν
Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και το σπαθί του , κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:
Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, πού λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' αλλά δικά σας. O ίδιος δεν θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα
Στο μεταξύ οι καλόγεροι, ανέμελοι από την ησυχία του χειμώνα, δεν φύλαγαν το μοναστήρι όπως έπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, πού καλούσε τους μοναχούς στην ορθρινή ακολουθία. Τα βήματα τους ακούστηκαν ρυθμικά στον ξύλινο εξώστη, καθώς κατέβαιναν στην εκκλησία. Σε λίγο όλα ησύχασαν. Τότε o αρχηγός έδωσε το σύνθημα. Ένας πειρατής έριξε το γάντζο, σκαρφάλωσε στα τείχη, πήδηξε στην αυλή και άνοιξε τη μεγάλη καστρόπορτα. Οι κουρσάροι όρμησαν με αλαλαγμούς στην εκκλησία.Πριν συνέλθουν οι μοναχοί από τον αιφνιδιασμό, περνούσαν από τη ζωή στο θάνατο...
Ένα δόκιμο καλογέρι, ο Γαβριήλ, βρισκόταν στο ιερό. Γρήγορος κι ευκίνητος, σκαρφάλωσε στη στέγη του ναού. ΟΙ πειρατές τον ακολούθησαν. Τότε όμως ακούστηκε μια δυνατή βουή, και ή σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ' αφρισμένα κύματα ένας πελώριος και αγριωπός Στρατιώτης, με σπάθα πού έβγαζε φωτιές, όρμησε εναντίον τους. Εκείνοι παράτησαν αμέσως όπλα και κλοπιμαία κι έφυγαν πανικόβλητοι. Ό Γαβριήλ, ο μόνος πού απέμεινε ζωντανός από την τραγωδία, συγκλονισμένος από το θαύμα του αρχαγγέλου πλησίασε και πρόσπεσε στο εικονοστάσι του. Όταν συνήλθε από την ταραχή, σήκωσε τα μάτια. Αλλά τι πρόσωπο ήταν αυτό; Αν και ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι είχε μια θεϊκή γλυκύτητα
Ό μοναχός επιθύμησε να το ζωγραφίσει
Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν' αναπαύσει τους αδελφούς μου. Κι έμενα αξίωσε με ν' απεικονίσω την εξαίσια μορφή σου
Αμέσως, σαν να φωτίστηκε από τον αρχάγγελο, πήρε ένα σφουγγάρι, μάζεψε μ' αυτό ευλαβικά το αίμα των μοναχών σε μια λεκάνη, το ανακάτεψε με ασπρόχωμα και άρχισε να πλάθει την εικόνα του.
Από την αρχή της εργασίας ένιωσε αισθητή τη βοήθεια του Ταξιάρχη. Τα χέρια του, σαν να τα οδηγούσε αόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα και σταθερά με τον πηλό το πρόσωπο του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το πρόσωπο εκείνο πού είδε στη σκεπή του ναού, το αγριωπό, αλλά με τη θεϊκή χάρη
Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα άπ' την ακτή. Πήδηξε στ' άλογο του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως πού αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο. Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα. Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ' άλλους πενήντα καβαλάρηδες.
Όταν μπήκε στο ναό τάχασε. Είδε τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην αγία Τράπεζα! Έσφιξε τα δόντια και βγήκε έξω με διάθεση να εκδικηθεί. Πήδηξαν όλοι στ' άλογα τους κι ακολουθώντας τ' άχνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ' ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα πού αντίκρισαν τούς έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς πού καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ' όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, πού άρχιζε άπ' το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ' άνοιγε στα δύο. Ή μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς ή ίδια.
Κανείς άπ' τους καβαλάρηδες δεν ρώτησε ποιος το 'κανε. Όλοι μάντευαν τον τιμωρό. Δεν είχαν αμφιβολία
Μεγάλη η χάρη κι η δύναμη σου, αρχάγγελε! ψέλλισαν και σταυροκοπήθηκαν
Στο μεταξύ, δυο πειρατές, πού είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν. Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, οπού περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ' ακούσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση
Τον άλλο χρόνο έβαλε σ' εφαρμογή το σχέδιο του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, πού κοιμόταν ανυποψίαστη.
Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ό Στέφανος, ο γιος του άρχοντα 'Αλέξη, πού μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια.Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ' αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκεία φωνή του είπε:
Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι άπ' αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα πού ή νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη!
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, πού είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα 'χασαν. Ό πανικός πού ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν
Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα πού είχε Πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί
Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ' το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο. Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου είναι το μοναδικό ανάγλυφο, εικόνισμα της Λέσβου. Ακόμα και σήμερα οι προσκυνητές τρέφουν ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη μοναδική εικόνα. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα.Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων
Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ' την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ' τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα.Το πανηγύρι του Ταξιάρχη γίνεται την Κυριακή των Μυροφόρων και παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα. Χιλιάδες πιστών συρρέουν απ' όλα τα μέρη του νησιού με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο. Το Πανηγύρι συνδέεται και με το αρχαιολατρικό έθιμο της ζωοθυσίας. Το ζώο σφάζεται αφού ευλογηθεί απ' τον παπά, πράο, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση! Το έθιμο δείχνει πόσο παλιά είναι η λατρεία του Αγίου. Η εκκλησία γιορτάζει και στις 8 Νοεμβρίου
Άξιον λόγου θα ήταν να αναφερθούμε και στους άλλους πάρα πολλούς αγίους και εκκλησιές του νησιού μας ,όπως είναι η παναγία της Αγιάσου ,η παναγία της Πέτρας ,η μονή Λειμώνος ,η μονή αγ. Γεωργίου στα μελαντα του Πολυχνιτου ,ο αγ. Θεράπων στην Μυτιλήνη ,η αγ .Παρασκευή στο Ακρασι .ο αγ Νικόλαος στο Πλωμάρι. όπως επίσης ο προστάτης και μητροπολιτική εκκλησία της Μυτιλήνης αγ. Θεόδωρος, και πάρα πολλοί άλλοι άγιοι
My Cart
Search
more
Customer Login
Products